πανάποτμος

πανάποτμος
παν-ά-ποτμος, ganz unglücklich

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πανάποτμος — πανάποτμος, ον (Α) δυστυχέστατος, ατυχέστατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ἄποτμος «δυστυχής»] …   Dictionary of Greek

  • πανάποτμος — all hapless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανάποτμον — πανάποτμος all hapless masc/fem acc sg πανάποτμος all hapless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανάποτμα — πανάποτμος all hapless neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανάποτμε — πανάποτμος all hapless masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παναποτμοτάτα — παναποτμοτάτᾱ , πανάποτμος all hapless fem nom/voc/acc superl dual παναποτμοτάτᾱ , πανάποτμος all hapless fem nom/voc superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”